Σωτήρης Κισκήρας, ο Παλαιός των Ημερών πάντα επίκαιρος!
Της Ιουστίνης Φραγκούλη-Αργύρη
Έτσι αρχίζουν οι ιστορίες
των μεταναστών , με μια αναδρομή στο παρελθόν, μια ματιά σε όσα έγιναν
αποτυπώνοντας το πέρασμά του. Επιλέγω για πρώτη ιστορία μου εκείνη του άρχοντα
Σωτήρη Κισκήρα, διότι εκτός από δυναμικός κι επιτυχημένος επιχειρηματίας
υπήρξε άνθρωπος της ποίησης και της κουλτούρας. Αφοσιώθηκε στα κοινά τόσο στη
Βενεζουέλα όσο και στη Μοντρεάλη και σήμερα ζεί στην Καλαμάτα απολαμβάνοντας τη
θάλασσα και το γαλάζιο χρώμα της.
Η ιστορία του
Ο Σωτήρης Κισκήρας
γεννήθηκε στις 28 Μαρτίου 1934 στο μικρό χωριό Φούρτζι Μεσσηνίας. Ήταν γιος του
Κωνσταντίνου Κισκήρα και της Παναγούλας Μπάκα. Ο πατέρας του, γνωστός στο χωριό
με το προσωνύμιο «Ο Γραμματικός», υπηρέτησε για πολλά χρόνια ως γραμματέας του
χωριού, μια σεβαστή μορφή, της οποίας η ακεραιότητα και η αφοσίωση άφησαν
ανεξίτηλο αποτύπωμα σε όλους όσοι τον γνώρισαν.
Μεγαλώνοντας σε μια μεγάλη
οικογένεια με εννέα αδέλφια, ο Σωτήρης έμαθε από νωρίς τι σημαίνει ευθύνη. Η
ζωή στο χωριό ήταν απλή αλλά απαιτητική. Με πολλές αδελφές στην οικογένεια, το
πολιτισμικό χρέος της προίκας βάραινε το σπιτικό.
Ο Σωτήρης κατάλαβε ότι το
μέλλον της οικογένειας δεν εξαρτιόταν από την τύχη, αλλά από τη δική του
διάθεση να αναζητήσει ευκαιρίες πέρα από τα όρια του Φούρτζι. Ακόμα και στα
νιάτα του κουβαλούσε ένα αίσθημα καθήκοντος που θα καθόριζε κάθε του απόφαση.
Το 1958 ο Σωτήρης
αρραβωνιάστηκε την Ευγενία Χρονοπούλου, μια νέα γυναίκα από το Μισσοχώρι
Μεσσηνίας. Ο αρραβώνας τους ήταν παραδοσιακός, ένας γάμος από συνοικέσιο
καμωμένος από οικογενειακή παράδοση,
σεβασμό και κοινές αξίες.
Λίγο μετά τον αρραβώνα, η
Ευγενία προσκλήθηκε στο Μόντρεαλ του Καναδά για εργασία. Αναγνωρίζοντας την
ευκαιρία, έφυγε θαρραλέα από την Ελλάδα με το σκεφτικό ότι ο Σωτήρης θα την
ακολουθούσε σε έναν χρόνο, ώστε να χτίσουν μαζί το μέλλον τους στο εξωτερικό.
Εκείνη άνοιγε τον δρόμο και για τους δύο, κάνοντας το πρώτο γενναίο βήμα στο
άγνωστο.
Το 1959, πιστός στην
υπόσχεσή του και με αποφασιστικότητα μεγαλύτερη από τα περιορισμένα οικονομικά
του, ο Σωτήρης έφυγε για το Μόντρεαλ. Δεν αναζητούσε περιπέτεια, αλλά είχεμια αποστολή: να στηρίξει την οικογένειά του, να
συμβάλει στις προίκες των αδελφών του και να ξεκινήσει μια νέα ζωή με τη
γυναίκα που αγαπούσε.
Έφτασε σε ξένη γη με λίγα
χρήματα, ελάχιστες γνωριμίες και καμία βεβαιότητα — μόνο με σκοπό, θέληση και αφοσίωση.
Το 1960 ο Σωτήρης και η
Ευγενία παντρεύτηκαν στο Μόντρεαλ. Μαζί αγκάλιασαν τις δυσκολίες της νέας τους
ζωής, στέκοντας πλάι-πλάι με την ίδια αφοσίωση που είχε χαρακτηρίσει το ταξίδι
τους από την αρχή.
Τα πρώτα χρόνια στον
Καναδά ήταν σκληρά. Ο Σωτήρης δούλευε σε εστιατόρια, αναλαμβάνοντας οποιαδήποτε
δουλειά έβρισκε, ενώ εκείνος και η Ευγενία ζούσαν σε ένα μικρό διαμέρισμα τριών
δωματίων, όπου κάθε δωμάτιο φιλοξενούσε διαφορετική ελληνική οικογένεια φίλων.Οι
ιδιωτικές στιγμές ήταν σπάνιες, τα χρήματα λιγοστά και η κρατική στήριξη
ανύπαρκτη. Κι όμως, οι δυο τους άντεξαν σιωπηρά τον αγώνα της επιβίωσης.
Σύντομα απέκτησαν δύο
παιδιά, την Παναγούλα (Γιούλα Κισκήρας) και τον Κωνσταντίνο, τα οποία έγραψαν
στον ελληνικό παιδικό σταθμό «Τα Χελιδόνια» στην Park Avenue.
Όμως, με τους δύο γονείς να εργάζονται πολλές ώρες και χωρίς συγγενείς κοντά, η
ισορροπία ανάμεσα στη φροντίδα των παιδιών και την επιβίωση έγινε δυσβάσταχτη.
Με βαριά καρδιά, ο Σωτήρης και η Ευγενία πήραν μία από τις πιο οδυνηρές
αποφάσεις της ζωής τους.
Έστειλαν τα παιδιά στην
Ελλάδα, όπου η γιαγιά Παναγούλα μπορούσε να τα μεγαλώσει με σταθερότητα και
αγάπη. Αυτή η θυσία ενίσχυσε την αποφασιστικότητά τους να εργαστούν πιο σκληρά
από ποτέ.
Και οι δύο εργάστηκαν
αδιάκοπα — ο Σωτήρης στο σιδερωτήριο υπό επικίνδυνες συνθήκες εργοστασίου, και
η Ευγενία στις ραπτομηχανές. Δούλεψαν επίσης στην Expo 67, αποταμιεύοντας κάθε
δυνατό δολάριο για να επανενώσουν την οικογένεια. Ο εβραίος ιδιοκτήτης του
εργοστασίου, γνωστός σε όλους ως «Στραβός», παρατήρησε γρήγορα την ειλικρίνεια,
την πειθαρχία και την εξαιρετική εργατικότητα του Σωτήρηυ. Του εμπιστεύθηκε την
ευθύνη πρόσληψης νέων εργατών, μια σπάνια τιμή για την εποχή. Ο Σωτήρης πήρε
αυτόν τον ρόλο πολύ σοβαρά, βοηθώντας νεοφερμένους Έλληνες που δυσκολεύονταν να
βρουν εργασία και σταθερότητα. Ένας από αυτούς ήταν ο Δημήτρης Γαλάνης, που
αργότερα έγινε ιδιοκτήτης του γνωστού εστιατορίου Mythos. Η φιλία τους άντεξε
στον χρόνο, με αμοιβαία υπερηφάνεια και ευγνωμοσύνη.
Με τον καιρό, ο Σωτήρης
στράφηκε στην κτηματαγορά, ιδρύοντας την εταιρεία L.N.S., ένα σημείο κομβικό που
έφερε μεγαλύτερη σταθερότητα στην οικογένεια. Με τις βελτιωμένες συνθήκες,
εκείνος και η Ευγενία μπόρεσαν επιτέλους να φέρουν πίσω τα παιδιά τους από την
Ελλάδα. Επιστρέφοντας στο Μόντρεαλ, η κόρη τους μπήκε στη δευτέρα τάξη του
Σχολείου Σωκράτης, και η οικογένεια εγκαταστάθηκε στο New Bordeaux, δίπλα στον
φίλο τους, τον γνωστό τότε ταξιτζή Νίκο Τσατά.
Η ζωή άρχιζε να παίρνει
μορφή, θεμελιωμένη στη σκληρή δουλειά, την ελπίδα και ασφάλεια της κοινής
ελληνικής καταγωγής.
Το 1969, παρά την επιτυχία
του στον Καναδά, ο Σωτήρης πήρε μια τολμηρή και απροσδόκητη απόφαση: μετέφερε
την οικογένειά του στη Μαρακάι της Βενεζουέλας, για να ενωθεί με τα τρία
αδέλφια του. Η οικογένεια ευημέρησε εκεί, χτίζοντας νέες σχέσεις και εμπειρίες.
Στη Μαρακάι, ο Σωτήρης
συμμετείχε ενεργά στο Club Griego de Maracay, την καρδιά της μικρής ελληνικής κοινότητας. Τότε ζούσαν
μόλις είκοσι πέντε ελληνικές οικογένειες στην πόλη, κι όμως κάθε Σαββατοκύριακο
συγκεντρώνονταν στο κλαμπ για να κρατήσουν ζωντανή την ελληνική κληρονομιά
τους. Εκεί τα παιδιά μάθαιναν ελληνικά, χόρευαν παραδοσιακούς χορούς, άκουγαν
ιστορίες της πατρίδας και μεγάλωναν με περηφάνεια για την καταγωγή τους. Ο Σωτήρης
έπαιξε ενεργό ρόλο στη διατήρηση αυτης της κουλτούρας , εξασφαλίζοντας ότι,
ακόμα και μακριά από την Ελλάδα, η ταυτότητα και η θρησκεία τους παρέμεναν ακέραιες.
Όμως η τραγωδία χτύπησε
όταν ένας από τους αδελφούς του σκοτώθηκε σε τροχαίο δυστύχημα. Σε μια πράξη
βαθιάς αγάπης και τιμής, ο Σωτήρης έδωσε στο νεογέννητο γιο του το όνομα
Αιμίλιος, ώστε η μνήμη του αδελφού του να ζήσει μέσα από την επόμενη γενιά.
Το 1978 ο Σωτήρης μετέφερε
ξανά την οικογένειά του στην Ελλάδα, παρακινούμενος από την αγάπη του για την
πατρίδα. Όμως το 1980 η οικογένεια επέστρεψε στο Μόντρεαλ, έτοιμη να ξαναχτίσει
τη ζωή της.
Αυτή τη φορά, ο Σωτήρης
αφιερώθηκε όχι μόνο στην οικογένεια και την εργασία του, αλλά και στην ευρύτερη
ελληνική κοινότητα. Εντάχθηκε ενεργά στην Ελληνική Κοινότητα και στον
Μεσσηνιακό Σύλλογο, όπου υπηρέτησε ως πρόεδρος. Η ηγεσία του αντανακλούσε τις
αξίες που τον καθοδήγησαν σε όλη του τη ζωή: προσφορά, ενότητα και ισχυρή αγάπη
για τις ρίζες του.
Κατά τη διάρκεια της
πανδημίας COVID, ο Σωτήρης
επέστρεψε ξανά στην Καλαμάτα, ξαναζώντας στη γη που τον είχε διαμορφώσει από
παιδί. Το 2024 υπέμεινε την οδυνηρή απώλεια της αγαπημένης του συζύγου, της
Ευγενίας, της συντρόφου του σε όλες τις ηπείρους, δυσκολίες, θριάμβους και
δεκαετίες αφοσίωσης.
Σήμερα ζει στην Καλαμάτα,
κουβαλώντας τις μνήμες, τις θυσίες και την κληρονομιά μιας ζωής που ορίστηκε
από το θάρρος και τον σκοπό.
Σε κάθε κεφάλαιο του
ταξιδιού του — από το μικρό χωριό της Μεσσηνίας στον Καναδά, στη Βενεζουέλα και
πίσω — ο Σωτήρης Κισκήρας παρέμεινε ΑΝΘΡΩΠΟΣ με κεφαλαία καθοδηγούμενος από το
καθήκον, τροφοδοτούμενος από την αγάπη και αγκυροβολημένοςς στις ρίζες του.
Έβαλε την οικογένεια πάνω
απ’ όλα.
Τίμησε τις δεσμεύσεις του.
Δεν ξέχασε ποτέ από πού
ξεκίνησε.



























Σχόλια
Δημοσίευση σχολίου